Ελληνοτουρκική κρίση και ελληνικός λαός

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις έγραφε ο Ουμπέρτο Έκο στο ομότιτλο βιβλίο. Μάλλον όμως ο συγκεκριμένος Αύγουστος στην Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον “κανόνα”. Πέρα από την αύξηση και εξάπλωση των καταγεγραμμένων κρουσμάτων του κορονοϊού, την βουτιά της οικονομίας, τις καταστροφές στην Εύβοια θέμα των ημερών αποτελούν οι βόλτες του Τουρκικού στόλου συνοδεία του σεισμογραφικού Oruc Reis στο Αιγαίο.

Αφορμή για την συγκεκριμένη εξέλιξη αποτέλεσε η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία καθορισμού της ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες. Η ανακοίνωση των λεπτομερειών της συμφωνίας και η τουρκική NAVTEX για έρευνες στο Αιγαίο εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας δημιούργησε ένα κύμα κριτικής στην κυβέρνηση. Οι ανακοινώσεις ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ για την συμφωνία είναι παρόμοιες και ασκούν κριτική στην κυβέρνηση από τα δεξιά επιμένοντας στις υποχωρήσεις της Ελλάδας απέναντι στην Αίγυπτο. Δηλαδή ότι η ΑΟΖ μοιράστηκε 55-45 υπέρ της Αιγύπτου, ότι η συμφωνία ήταν μερική αφήνοντας έξω τμήμα της Ρόδου και το Καστελόριζο κλπ. 

Στην πολιτική και ακόμα περισσότερο στην διεθνή πολιτική οι συμβιβασμοί είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Την δεδομένη χρονική συγκυρία η ελληνική κυβέρνηση είχε εκ των πραγμάτων να διαπραγματευτεί στην βάση ότι ήδη η Τουρκία είχε υπογράψει ένα αντίστοιχο συμφωνητικό ΑΟΖ με την φιλοτουρκική κυβέρνηση της Λιβύης. Η συμφωνία αυτή οριοθετούσε ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες χωρίς να λαμβάνει υπόψη της την ελληνική επικράτεια. Άρα η ανάγκη για μια διπλωματική απάντηση από την ελληνική πλευρά την παρούσα χρονική στιγμή ήταν επιβεβλημένη χωρίς να σημαίνει ότι αυτή η συμφωνία ήταν η βέλτιστη.

Τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας δεν ανήκουν σε καμια κυβέρνηση και σε κανένα κόμμα. Ανήκουν στον ελληνικό λαό ο οποίος είτε το θέλουμε είτε όχι έχει εθνική συνείδηση και προφανώς τον ενδιαφέρει η προστασία τους. Το να το αρνούμαστε αυτό είναι σαν να λέμε ότι η εργατική τάξη ενδιαφέρεται κύρια για οικονομικά ζητήματα και τίποτε άλλο. Επίσης το να διατηρεί κάποιος ίσες αποστάσεις σε μία αντιπαράθεση είναι σαν να ευνοεί τον ισχυρότερο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση αυτή είναι η Ελλάδα δεδομένου ότι δεν πρόκειται για δύο συμμετρικούς ισοδύναμους, εξίσου επιθετικούς αντιπάλους. 

Φυσικά ο ελληνικός λαός δεν θέλει και ούτε πρέπει να πολεμήσει για επεκτατικές, τυχοδιωκτικές διεκδικήσεις στην Μεσόγειο. Τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν καθορίζονται μονομερώς, ούτε σε βάρος άλλων γειτονικών λαών, της Τουρκίας ή όποιου άλλου. Το ζήτημα λοιπόν είναι οι όποιοι συμβιβασμοί και υποχωρήσεις γίνουν να εντάσσονται σε ένα συνεκτικό σχέδιο που θα προσπαθεί να επιλύσει τις διαφορές και θα προωθήσει τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς. Την επέκταση πχ των 12 ν.μ. εντός του Αιγαίου σε συνδυασμό με υποχώρηση στην κοινή ΑΟΖ Καστελόριζου-Κύπρου που θα έκλεινε την τουρκική ΑΟΖ στα παράλιά της.

Όσο για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων το ελληνικό κράτος επαφίεται στο ΝΑΤΟ, στην ΕΕ και στις ΗΠΑ απλά στρουθοκαμηλίζει. Ένα μελλοντικό σενάριο συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο μόνο συμφορές και νέους πολεμικούς κινδύνους μπορεί να φέρει. Αν σήμερα η τουρκική επιθετικότητα εκδηλώνεται τόσο έντονα με αφορμή το διπλωματικό παιχνίδι που παίζει στα διάφορα ανοιχτά μέτωπα που έχει αυτή μάλλον θα αυξανόταν σε μια περίπτωση συνεκμετάλλευσης. Ακριβώς γιατί η συνεκμετάλευση θα τις έδινε ισχυρότερο πάτημα να πιέσει. Σε κάθε περίπτωση η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της εθνικής ανεξαρτησίας θα πρέπει να γίνει υπόθεση των λαϊκών, αντι-ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και να την δέσουν με τις δικές τους διεκδικήσεις

ergatiki_antipoliteusi

H Εργατική Αντιπολίτευση δρα, αγωνίζεται, μαθαίνει και ελπίζει στους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

7 − four =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.