Οικονομικοί αγώνες και κρίση, Αγγλία 1926

Μετά την απεργία που έγινε τις 12/2 ακούστηκαν απόψεις για περαιτέρω κλιμάκωση που κάποιες πολιτικές δυνάμεις θεωρούσαν εφικτή. Από την εικόνα των κινητοποιήσεων που είδαμε δεν ανήκουμε σε αυτούς που πιστεύουν κάτι τέτοιo, αν και δεν διεκδικούμε τον χαρακτηρισμό της αυθεντίας στην κατάσταση του εργατικού κινήματος. Σίγουρα όμως θα έπρεπε να ανοίξει μια συζήτηση σχετικά με τους αγώνες των συνδικάτων και πως αυτοί θα μπορούσαν να γίνουν αποτελεσματικότεροι και μαζικότεροι. Πως θα αυξήσουν την επιρροή τους στα σωματεία οι κομμουνιστές αλλά και πως θα μπορούσαν να συνδεθούν με την προοπτική της επαναστατικής αλλαγής σε κάποια κρίσιμη στιγμή στο μέλλον. Ίσως θα ήταν χρήσιμο προς αυτή την κατεύθυνση να θυμηθούμε την περίπτωση της μεγάλης γενικής απεργίας στην Αγγλία το 1926.

 

Γενική απεργία Αγγλία 1926

 

Οικονομική συγκυρία 

Οι πωλήσεις/εξαγωγές άνθρακα στην Αγγλία έχουν αρχίσει να πέφτουν από την έναρξη του Α Παγκοσμίου πολέμου το 1914 έως το 1923. Τις 31/3 1921 με αφορμή μειώσεις μισθών οι ανθρακωρύχοι ξεκινούν μια ηρωική απεργία που θα κρατήσεις 3 μήνες. Χωρίς την ενίσχυση του υπόλοιπου εργατικού κινήματος (Οι ηγεσίες των ομοσπονδιών σιδηροδρόμων και μεταφορών αρνούνται να πραγματοποιήσουν γενική απεργία συμπαράστασης σπάζοντας την “τριπλή συμμαχία” των ομοσπονδιών- “Μαύρη Παρασκευή”) τελικά αναγκάζονται να γυρίσουν ηττημένοι στα ορυχεία με μειώσεις μισθών από 10%-40%.

Η κατάληψη του Γερμανικού Ρουρ με τα μεγάλα ορυχεία άνθρακα από τους Γάλλους το 1923 είχε φέρει πρόσκαιρη αύξηση των αγγλικών εξαγωγών και αντίστοιχα αύξηση των μισθών και μείωση της ανεργίας στους ανθρακωρύχους. Γρήγορα το κλίμα αυτό αντιστρέφεται. Η πτώση των τιμών του άνθρακα, η επανείσοδος του γερμανικού άνθρακα στην διεθνή αγορά και η ενίσχυση της αγγλικής λίρας το 1925 που έβλαψε τις εξαγωγικές επιχειρήσεις οδήγησε σε νέα μείωση των κερδών των ιδιοκτητών την οποία φυσικά δεν ήθελαν να επωμιστούν οι ίδιοι αλλά ήθελαν να την μετακινήσουν στους εργάτες τους. Έτσι ανακοινώνουν ότι θα μειώσουν τους μισθούς των εργατών από 10%-25% και ότι θα επεκτείνουν την εργασιακή μέρα που τότε ήταν 7 ώρες.  Η κυβέρνηση προτείνει για να κερδίσει χρόνο μπροστά στην σύγκρουση να αναλάβει να πληρώνει την διαφορά από την μείωση των μισθών στους ανθρακωρύχους για 9 μήνες, ενόσω θα γινόταν έρευνα για την κατάσταση και το μέλλον της βιομηχανίας των ανθρακωρυχείων. Η προθεσμία θα έληγε την 1η Μαΐου 1926 ενώ η ανεργία ήταν ανεβασμένη και τα μέλη των συνδικάτων είχαν πέσει από 8,25 εκατομμύρια που ήταν το 1920 σε 5,5 εκατομμύρια.

 

Πολιτική συγκυρία

Γενική Απεργία 1926 - Ο Arthur James Cook μιλάει σε διαδηλωτές
Γενική Απεργία 1926 – Ο Arthur James Cook μιλάει σε διαδηλωτές

Στους ανθρακωρύχους και την εργατική τάξης της Αγγλίας όμως ένα νέο κλίμα ριζοσπαστισμού είχε αρχίσει να δημιουργείται λόγω της ύφεσης, της προδοτικής/συμβιβαστικής στάσης των ρεφορμιστών συνδικαλιστών και του Εργατικού κόμματος αλλά και λόγω της δράση του Εθνικού Μειοψηφικού Κινήματος (ΕΜΚ) που είχε ιδρυθεί από το Κομμουνιστικό Κόμμα Μεγάλης Βρετανίας (ΚΚΜΒ) το 1924. Το ίδιο το ΚΚΜΒ είχε ιδρυθεί το 1920. Το ΕΚΜ ήταν μέτωπο συνδικαλιστικών φορέων και είχε σαν διακηρυγμένο στόχο του όχι “να δημιουργήσει ανεξάρτητα επαναστατικά συνδικάτα ή να διασπάσει τις υπάρχουσες εργατικές οργανώσεις… αλλά να κάνει την επαναστατική μειοψηφία σ’ αυτές πλειοψηφία”. Στην πρωτη του συνδιάσκεψη το 1924 συγκεντρώθηκαν 271 αντιπρόσωποι που  εκπροσωπούσαν 200.000 εργάτες. Η ειδική συνδιάσκεψη του 1926 συγκέντρωσε 883 αντιπροσώπους που εκπροσωπούσαν 957.000 εργάτες ενώ ήδη από το 1924 είχε καταφέρει να εκλέξει με μικρή πλειοψηφία βέβαια πρόεδρο στην πανίσχυρη ομοσπονδία ανθρακωρύχων τον Tζέιμς Kουκ έναντι στον υποψήφιο των Εργατικών Τζόζεφ Τζόουνς. Ο Κουκ ήταν μέλος του ΕΚΜ, και πρώην μέλος του ΚΚΜΒ. Ο ίδιος δήλωνε “μαθητής του Mαρξ και ένθερμος οπαδός του Λένιν” . 

Το αποτέλεσμα της επιτροπής της κυβέρνησης ζήταγε περικοπές μισθών και αναδιάρθρωση της βιομηχανίας μαζί με μια καταγγελία στην στάση των βιομηχάνων. Οι εργοδότες ζητούν 13% μείωση μισθών κατά μέσο όρο στους ανθρακωρύχους και 8 ώρες εργασία αντί για 7. Η ρεφορμιστική ηγεσία της Trade Union Congress (TUC), κάτι αντίστοιχο με την ΓΣΕΕ, που επρόσκειτο στο Εργατικό Κόμμα αλλά δεχόταν έντονη πολιτική πίεση από την βάση της λόγω και της δράσης του ΕΚΜ, υπόσχεται ότι θα προκηρύξει απεργία αλληλεγγύης αυτή την φορά. 

Το Σάββατο 1η Μαΐου 1926 γενική απεργία προκηρύσσεται από την ομοσπονδία των ανθρακωρύχων με αίτημα καμία μείωση μισθού, ούτε λεπτό παραπάνω δουλειά. Συμμετέχουν 1 εκατομμύριο εργάτες. Η TUC προσπαθεί να διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση και όταν η διαπραγμάτευση ναυαγεί την Δευτέρα 3ης Μαΐου 1926 προκηρύσσει απεργία αλληλεγγύης. Στις 3/5 απεργούν 4 εκατομμύρια εργάτες σε σύνολο 5,5 εκατομμύρια συνδικαλισμένων ενώ αρχίζουν και δημιουργούνται συμβούλια δράσης των απεργών και των αλληλέγγυων τους σε όλη την χώρα τα οποία όμως δυσκολεύονται να συντονίσουν την δράση τους λόγω και της έλλειψης εννιαίου κέντρου που να θέλει και να μπορεί να παίξει τέτοιο ρόλο. 

Καθώς η πρώτη μέρα της γενικής απεργίας τέλειωσε, οι οικοδόμοι, οι τυπογράφοι, οι εργάτες μετάλλου, και οι εργάτες των χημικών εργοστασίων αποφάσισαν να κατέβουν στην απεργία, δίπλα στους εργάτες των τραίνων, των λιμανιών και των υπόλοιπων μεταφορών. Tο KKΜΒ αν και διαθέτει πολύ μικρή επιρροή και δυνάμεις (6.000 μέλη) έχει δημιουργήσει πυρήνες σε 300 εργαστήρια και εργοστάσια έως τις αρχές του 1926. Έχει επίσης επιρροή στα εμπορικά συμβούλια, που έμελλαν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην τοπική οργάνωση της γενικής απεργίας. 

Η αντίδραση επίσης έπαιρνε θέσεις μάχης.Tο κοινοβούλιο κήρυξε “κατάσταση έκτακτης ανάγκης” και είχε περάσει “επείγουσες νομοθεσίες”. Είχε φροντίσει να δημιουργηθούν αποθέματα τροφίμων, κάρβουνου και πετρελαίου. Oι περιφερειακές πολιτικές επιτροπές είχαν αποκτήσει δικτατορικές αρμοδιότητες. Όλος ο στρατός και το ναυτικό κηρύχθηκαν σε κατάσταση ετοιμότητας στις 2/5. Στρατιωτικές ενισχύσεις στάλθηκαν στην Σκωτία, στη νότια Ουαλία, στο Λονδίνο και στο Λανκασάιρ. Πολεμικά κατέπλευσαν στο Tyne, στο Clyde, στην Swansea, στο Barrow, στο Bristol και στο Cardiff. O OΣE (φασίστες) με 100.000 μέλη έθεσε εαυτόν στην διάθεση της κυβέρνησης. 

 

Κατάληξη, συνέπειες, επόμενα χρόνια

Η ηγεσία της TUC όμως δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ηγηθεί μιας ευρύτερης σύγκρουσης, δεν ήθελε καν να διεκδικήσει τα αιτήματα των συναδέλφων της στα ανθρακωρυχεία γιατί προφανώς φοβόταν ότι η κατάσταση θα βγει εκτός ελέγχου. Αρχίζει λοιπόν να μιλάει  γενικά για αναδιοργάνωση των ορυχείων και για κάποιες περικοπές των μισθών σαν συμβιβαστική λύση. Στις 11/5 κηρύσσει την λήξη της απεργίας έχοντας την απλή υπόσχεση από την πλευρά εργοδοσίας/κυβέρνησης ότι δεν θα γίνουν απολύσεις, ενώ την 12/5 απεργούσαν 100.000 εργάτες περισσότεροι από την πρώτη μέρα της απεργίας την 1/5. Οι ανθρακωρύχοι συνεχίζουν την απεργία μόνοι τους για 7 μήνες και τελικά γύρισαν για δουλειά με τους όρους της εργοδοσίας και ένα μεγάλο αριθμό απολυμένων εργατών.

 Από την άλλη το νεαρό ΚΚΜΒ ανεξάρτητα από το κατά πόσο έκανε τις σωστότερες κινήσεις, κατά την γνώμη μας απλά δεν μπορούσε να ηγηθεί γιατι δεν είχε τις δυνάμεις και την επιρροή να το κάνει κόντρα στου Εργατικούς με τα 200.000 μέλη, τα εκατομμύρια των ψηφοφόρων και την τεράστια επιρροή στον λαό της Αγγλίας. Ήδη η δική του πρωτοβουλία συσπείρωσης σωματείων έπαιξε τεράστιο ρόλο στην έναρξη της απεργίας και κατόρθωσε να ανεβάσει τα μέλη του στις 10.000 μέσα στην περίοδο της μεγάλης απεργίας. Παρότι οι εργάτες τον Μάη του 1926 ριζοσπαστικοποιούνταν δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι ήταν έτοιμοι να διεκδικήσουν την εξουσία ή ότι είχαν απεγκλωβιστεί από την επιρροή των Εργατικών και των άλλων κομμάτων. Σίγουρα όμως μια επαναστατική ηγεσία με νηφάλια πολιτική αντίληψη και ικανή επιρροή στην κοινωνία θα μπορούσε σε μια τέτοια συγκυρία να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα. Η ιστορία δεν γράφεται όμως με αν, με καλές προθέσεις και υποθέσεις, φτιάχνεται με γεγονότα. 

Το 1927 ψηφίζεται “ο νόμος για τον συνδικαλισμό” όπου ανάμεσα στα άλλα οι απεργίες συμπαράστασης τέθηκαν εκτός νόμου. Παράλληλα η κυβέρνηση δεν προχωρά σε άλλες περικοπές μισθών ίσως και υπό τον φόβο νέων αντιδράσεων. Οι Εργατικοί από το 33,3% στις εκλογές του 1924 ανεβαίνουν στο 37,1% στις εκλογές του 1929 και για πρώτη φορά κερδίζουν την πλειοψηφία του κοινοβουλίου κόντρα στους Συντηρητικούς που κυβερνούσαν μέχρι τότε. Οι κομμουνιστές παραμένουν στο 0,2% και στις δύο περιπτώσεις και το 1929 χάνουν τον μόνο βουλευτή που είχαν. Στην Βρετανία άλλωστε ποτέ δεν κατορθώθηκε να φτιαχτεί ΚΚ μαζών με επιρροή στην εργατική τάξη.

 

Συμπεράσματα

Αφενός οι αγώνες των εργατών θα έπρεπε να διεξάγονται υπό την ηγεσία πραγματικών αγωνιστών και κομμουνιστών αλλά αυτό δεν πρέπει να έρχεται αντιπαραθετικά με την ενότητα της εργατικής τάξης ως σύνολο. Το να μπορείς να κινητοποιήσεις ένα κομμάτι της εργατικής τάξης έστω και σημαντικό και μαχητικό μερικές φορές δεν αρκεί ειδικά αν δεν στηρίζεται από ένα ΚΚ με βάσεις και επιρροή στην κοινωνία. Ένα κόμμα που θα μπορέσει να πάει την αντιπαράθεση στο πολιτικό πεδίο το οποίο είναι ανώτερο, αν έχει την δυνατότητα φυσικά. Ειδικά σε περιόδους έντονης ύφεσης της οικονομίας που οι αγώνες των συνδικάτων γίνονται πολύ πιο δύσκολο να έχουν αποτελέσματα λόγω της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης των κερδών των επιχειρήσεων, του κλεισίματος επιχειρήσεων. Αυτό πρέπει να το θυμούνται καλά όσοι ιεραρχούν την ιδεολογική αντιπαράθεση-καθαρότητα σε σχέση με την ενότητα των εργαζομένων. Το να υπάρχουν κατακερματισμένοι αγώνες, διάσπαρτα συνδικάτα-ομοσπονδίες που αλληλοκαλύπτονται περισσότερο από όλους χτυπάει αυτούς που υποτίθεται στηρίζονται στους εργάτες και πιστεύουν ότι οι αγώνες τους θα φέρουν την κοινωνική αλλαγή. Απλά γιατί δεν έχουν έτσι πλατιές μαζικές δομές που θα μπορούσαν να τους κινητοποιήσουν στην κατάλληλη συγκυρία αλλά και τρόπο να τους απευθυνθούν και να τους πείσουν μέσα από την ίδια τους την πάλη. Επίσης υποσκάπτει την αποτελεσματικότητα των αγώνων καθώς εξ αντικειμένου μειώνει την συμμετοχή. Τα συστημικά κόμματα πάντα είχαν και θα έχουν πολλά περισσότερα μέσα και πόρους αλλά και την πολυτέλεια του χρόνου να περιμένουν τα πράγματα να ηρεμήσουν. 

 

“Συνδυάζοντας τα υποκειμενικά δεδομένα με τα αντικειμενικά, είναι δυνατό να φτάσουμε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό πρόβλεψης του κινήματος, δηλαδή σε μια επιστημονικά βασισμένη πρόβλεψη, χωρίς την οποία, μια σοβαρή επαναστατική πάλη είναι γενικά αδιανόητη. Άρα η πρόβλεψη στην πολιτική έχει τον χαρακτήρα, όχι ενός άκαμπτου σχήματος, αλλά μιας υπόθεσης εργασίας… Αν οι μάζες γίνονταν να στρέφονται αριστερά αδιάκοπα, τότε ο κάθε ανόητος θα μπορούσε να τις καθοδηγήσει.

Η τέχνη του προσανατολισμού, Λέον Τρότσκι

 

Πηγές:

 

ergatiki_antipoliteusi

H Εργατική Αντιπολίτευση δρα, αγωνίζεται, μαθαίνει και ελπίζει στους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

seventeen + 17 =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.