Η κατάληψη του καπιτώλιου και η βία της αριστεράς

Το 2020 είναι σίγουρα μια χρονια που θα θυμόμαστε για πάντα λόγω της έναρξης της πανδημίας του κορονοϊού. Από ότι φαίνεται όμως και το 2021 ξεκινησε με γεγονοτα πρωτογνωρα που έκαναν πολλούς να αναρωτιούνται για το τι έχουμε να δούμε στην συνέχεια. Ο λόγος φυσικά είναι για την εισβολή των οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ στο καπιτώλιο τις 6/1. Όσοι παρακολουθήσαμε τα γεγονότα να εκτυλίσσονται ζωντανα είχαμε λόγο να πιστεύουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πραξικόπημα. Ειδικα τις κρίσιμες πρώτες ώρες που οι πληροφορίες έλεγαν ότι το Υπουργείο Άμυνας αρνήθηκε να στείλει την μονάδες για να επέμβουν κατά των διαδηλωτών. 

Ήταν όμως κάτι τέτοιο? Είχαμε να κάνουμε με μια απόπειρα πραξικοπήματος? Μήπως ήταν απλά μια ομάδα φανατικών ακροδεξιών και white trash οπαδών του Τραμπ που παρεκτραπηκαν λόγω του κλίματος της πόλωσης των εκλογών και της προπαγάνδας για την υποτιθέμενη νοθεία. Θα μπορούσε μια ομάδα λίγων χιλιάδων ελαφρά οπλισμένων ανδρών και γυναικών να ανατρέψει την ισχυρότερη καπιταλιστική αστική δημοκρατία του πλανήτη? Τι σκεφτόντουσαν ότι μπορούσε να συμβεί αφού εισέβαλαν στο κοινοβούλιο?

Μάλλον το πιο ρεαλιστικό σενάριο του τι υπήρχε στο μυαλό των όποιων οργανωμένων ομάδων που συμμετείχαν και οργάνωσαν αυτή την κινηση ήταν η λεγόμενη στρατηγική της έντασης. Δηλαδή όχι φυσικα μια γενικευμένη εξέγερση κατά του κράτους στην Αμερική αλλά μια επέμβαση του στρατού υπέρ τους. Έστω με μια μινιμουμ ατζέντα υιοθέτησης του σεναρίου της νοθείας των τελευταίων εκλογών και τιμωρίας των υποτιθέμενων υπεύθυνων Δημοκρατικών. Αυτό θα σήμαινε πρακτικα εδραίωση του Τραμπ ή ενός αρκετά αυταρχικότερου και συντηρητικότερου καθεστώτος. 

Αντιστοιχο σκεπτικό μοιάζει να είχαν οι Ιταλοί νεοφασίστες την δεκαετία του 70 αλλά και η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα τουλάχιστον την περίοδο της αρχικής της εκλογικής ανόδου. Άλλωστε είναι γνωστή η διασύνδεση τμημάτων του βαθέος κράτους με τα συντηρητικότερα τμήματα του πολιτικού φάσματος. Οι εικόνες της αρχικής επιθεσης είναι ενδεικτικές. Υπήρχαν αστυνομικοί που τους άνοιξαν τις περιφράξεις ενώ φυσικά οι συλλήψεις που έγιναν επί τόπου ήταν ελάχιστες.

Όμως στην προκειμένη περίπτωση ο πολιτικός αντίπαλος που θα αναρριχόταν στον προεδρικό θώκο δεν ήταν κάποιος κομμουνιστής ή σοσιαλιστής ριζοσπάστης. Ήταν ο συντηρητικός εκπρόσωπος του έτερου κόμματος κυβερνητικής εναλλαγής. Οι εκεί οικονομικες ελίτ δεν είχαν κάποιο λόγο να μην στηρίξουν τον ομολογουμένως πολιτικά σταθερότερο Μπάιντεν. Για αυτό μέσα στις πρώτες ώρες καταδίκασαν την επίθεση αλλά και τον Τραμπ. Επίσης ο στρατός παρά την αρχική αμηχανία επενέβει κατά των καταληψιών έστω και με ηπιοτητα. 

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί την σημασία του γεγονότος. Ούτε σημαίνει ότι δεν ήταν απόπειρα πραξικοπήματος ακόμα και αν αρκετοί συμμετέχοντες δεν είχαν ξεκάθαρη στόχευση. Ή αν δεχτούμε ότι είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας και ότι ο ιδιος ο Τραμπ ήλπιζε απλά να τρομοκρατήσει τους αντιπαλους του και να πετύχει ένα ευνοϊκό για τα σχεδια του συμβιβασμό. Πρεπει μαλιστα να συνυπολογισουμε ότι ένα ποσοστο περιπου 20% των Αμερικανών είναι υπέρ της εισβολής. Δηλαδη ένα σημαντικό ποσοστό του συντηρητικότερου πολιτικά κομματιού της Αμερικανικής κοινωνίας στηρίζει την ενέργεια ακόμα και μετά την ξεκάθαρη ήττα της. Ενώ ακόμα και τώρα μοιάζουν να γίνονται κινήσεις για νέες επιθέσεις ενόψει της ορκωμοσίας του Μπάιντεν.

 

Τι σχέση έχει η αριστερά με την βία

Με αφορμή το γεγονός της επίθεσης ακούστηκαν αρκετές απόψεις καταδίκης από την πλευρά των κομμάτων της αριστεράς. Ορισμένοι στην προσπάθεια τους να αποκρούσουν κατηγορίες των συντηρητικότερων κομμάτων, με αφορμή το κινηματικό τους παρελθόν, εμφάνισαν την αριστερά ως δύναμη περίπου υπεράσπισης του συστήματος με κάθε τρόπο και μέσο. Ως πολιτικό χώρο που είναι εις θέση να χρησιμοποιεί μόνο τις εκλογές για την ανάδειξή του στην εξουσία. Και τους μηχανισμούς του αστικού κράτους για να εξασφαλίσει την εφαρμογή της πολιτικής του.

Αυτό ιστορικά φυσικά δεν ισχύει, και για πολύ πρακτικούς λόγους μάλιστα. Επειδή το αστικό πολιτικό σύστημα όταν βλέπει απέναντί του τον εχθρό λαό δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει την βία για να τον νικήσει. Ακόμα και αν αποτελεί πλειοψηφικό μπλοκ. Άρα η βία σε μια βαθιά ταξική κοινωνία δεν είναι κάτι το ουδέτερο, που μπορείς απλά να το καταδικάσεις από όπου και αν προέρχεται. Ούτε και να το αποφεύγεις αιώνια. Στον βαθμό τουλάχιστον που θες να ανατρέψεις τον συσχετισμό δυνάμεων στην κοινωνία και όχι απλά να τον διαχειριστείς. 

Το ερώτημα είναι κατά πόσο ο οργανωμένος λαός μπορεί να χρησιμοποιήσει την βία όταν και όποτε χρειάζεται. Αφού έχει κατακτήσει την πολιτική ηγεμονία δηλαδή. Ώστε να πάρει επιτυχώς την εξουσία και όχι απλά να πραγματοποιήσει ένα τυφλό ξέσπασμα. Επίσης ζητούμενο είναι το πολιτικό σύστημα που θα ακολουθήσει μετά να είναι ουσιαστικά και πρακτικά δημοκρατικότερο από αυτό που διαδέχεται και όχι απλά μια αλλαγή της νομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Άρα να διαφέρει μακράν από τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτό όμως είναι ένα ζήτημα που θα το λύσει η ίδια η εμπειρία της ταξικής πάλης του μέλλοντος.

ergatiki_antipoliteusi

H Εργατική Αντιπολίτευση δρα, αγωνίζεται, μαθαίνει και ελπίζει στους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

nineteen − five =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.