Η κοινωνία και η Αριστερά απέναντι σε ένα αυταρχικό κρατος

Συγνώμη για την σύλληψη των 9 φεμινιστριών ζήτησε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης στην συνέντευξή του στον ραδιοσταθμό Real χαρακτηρίζοντάς το υπερβολή. Οι δηλώσεις του υπουργού ΠΡΟΠΟ στην συγκεκριμένη συνέντευξη αποτέλεσαν για άλλη μια φορά πρόκληση στην νοημοσύνη μας. Επέμεινε στο επίσημο κυβερνητικό αφήγημα ότι η συγκέντρωση στο Εφετείο για την δίκη της Χ.Α. «άφησε το αποτύπωμά της στην διάδοση του κορονοϊού». Την ίδια στιγμή όμως ισχυρίστηκε ότι «οι αστυνομικοί στο Πολυτεχνείο τηρούσαν όλα τα μέτρα και επίσης σε εξωτερικούς χώρους ο ιός δεν μεταδίδεται» ερχόμενος σε αντίφαση. Επίσης σε ερώτηση για την αστυνομική βία απάντησε «υπάρχει όλους αυτούς τους μήνες τραυματίας διαδηλωτής; Πουθενά». Μάλλον δεν έχει δει καμία εικόνα απο τους ξυλοδαρμούς διαδηλωτών στο Γαλάτσι και στις 17 Νοέμβρη.

Θα μπορούσε όμως κάποιος να πει ότι αυτή η συγνώμη είναι ένα βήμα πίσω από την πλευρά της κυβέρνησης; Σε συνδυασμό μάλιστα με το γεγονός ότι οι απεργιακές συγκεντρώσεις της 26 Νοεμβρίου δεν συνοδεύτηκαν από αστυνομικές επεμβάσεις στην πλειοψηφία τους. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση των Ιωαννίνων. Συγκρίνοντας πάντα με όσα είδαμε στην πορεία του ΚΚΕ για το Πολυτεχνείο στην Αθήνα.

Καταρχάς να πούμε ότι η επιμονή του ΚΚΕ να πραγματοποιηθούν οι πορείες του Πολυτεχνείου είναι απόλυτα θετική κίνηση στο πλαίσιο της υπεράσπισης των πολιτικών ελευθεριών. Η σκληρή επίθεση της αστυνομίας αλλά και η απειθαρχία του ΚΚΕ έσπασε όμως ένα μεταπολιτευτικό όριο που υπήρχε ανάμεσα στο συγκεκριμένο κόμμα και το κράτος. Το ΚΚΕ δηλαδή να τηρεί την αστική νομιμότητα σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο και στις κρίσιμες στιγμές να μην επιδιώκει την ανατροπή της και το κράτος να μην επιτίθεται ανοιχτά στο κόμμα και να μην θίγει την ύπαρξή του. Το όριο αυτό ξεπεράστηκε στις 17 Νοέμβρη και από τις δύο πλευρές, κυρίως όμως από την πλευρά του κράτους. Ειδικά μάλιστα αν σκεφτούμε ότι τα ΜΑΤ χτύπησαν πρωτα και απρόκλητα παρουσία του ίδιου του γενικού γραμματέα του κόμματος. Πράγμα που είναι περίπου πρωτοφανές.

Την μέρα της απεργίας από την άλλη όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα της αριστεράς αλλά και οι συνδικαλιστικοί τους φορείς επέλεξαν να μην συμμετέχουν σε πορείες. Το ίδιο άλλωστε έκαναν και οι παρατάξεις της πλειοψηφίας της ΑΔΕΔΥ. Συμμετείχαν μόνο σε παραστάσεις διαμαρτυρίας, απεργιακές περιφρουρησεις και μικροσυγκεντρώσεις έξω από κυβερνητικά κτίρια και εργασιακούς χώρους. Σε ευρύτερα καλέσματα προχώρησαν μόνο τμήματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου. Αλλά και συνδικαλιστικές κινήσεις που πρόσκεινται στους συγκεκριμένους χώρους. Παρά το γεγονός ότι αυτή την φορά δεν υπήρχε απαγόρευση συγκεντρώσεων όπως τις 17 Νοέμβρη. Φυσικά η εξάπλωση των κρουσμάτων αυτές τις μέρες είναι μεγάλη και σίγουρα όλες οι συγκεντρώσεις πρέπει να γίνονται και γίνονται με τήρηση των απαραίτητων μέτρων. Το ίδιο ίσχυε όμως και δέκα ημέρες πριν.

Άρα την επιλογή της αστυνομίας να μην προχωρήσει εκτεταμένα σε επιθέσεις και συλλήψεις δεν πρέπει να την δούμε αποκομμένη από το γεγονός ότι και η πλειοψηφία του αντικυβερνητικού στρατοπέδου έριξε επίσης τους τόνους με αφορμή την προγραμματισμένη απεργία. Ειδικά αν σκεφτούμε ότι η δήλωση του υπουργού για την συλληψη των φεμινιστριών, που συνέβη μια μέρα πριν την απεργία, έγινε μια μέρα μετά την απεργία. Αφού φάνηκε δηλαδή η έκταση της συμμετοχής σε αυτήν. Επίσης οι γυναίκες που συνελήφθησαν δήλωσαν ότι ο υπεύθυνος αστυνομικός στο Σύνταγμα αρχικά τους δήλωσε ότι μπορούν να προχωρήσουν στην κίνησή τους. Μετά από λίγο όμως τους είπε ότι έχει διαταγές να τις συλλάβει. Οι οποίες μάλλον ήρθαν από κάποιο ανώτερο στέλεχος.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε και την προταση για άρση της βουλευτικής ασυλίας της βουλευτριας του ΜΕΡΑ25 Αγγελικής Αδαμοπούλου από την Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας της Βουλής. Υπερ ψήφισαν οι εκπρόσωποι της ΝΔ και της Ελληνικής Λύσης ενώ το ΚΙΝΑΛ ,που ολοένα και λιγότερο θυμίζει σοσιαλδημοκρατικό κόμμα έστω και σε τυπικά χαρακτηριστικά δημοκρατικών δικαιωμάτων, ψήφισε λευκό. Η αιτία ήταν μια μήνυση από την Ένωση Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας Κεντρικής Μακεδονίας για συκοφαντική δυσφήμιση με αφορμή μια δήλωση στην Βουλή ότι υπάρχουν αστυνομικοί που φορούν κουκούλες και ρίχνουν βόμβες μολότοφ για να διαλύσουν διαδηλώσεις. Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με μια δίωξη που αφορά μια άποψη ενός βουλευτή και όχι ποινικό ζήτημα. Η βουλευτική ασυλία υπάρχει όμως για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Για να μπορεί ένας βουλευτής να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.

Οπότε η πραγματική εικόνα ίσως είναι ότι η Ν.Δ. επιλέγει να χρησιμοποιεί το μαστίγιο ανάλογα την έκταση της αντίδρασης που έχει να αντιμετωπίσει. Και όσο βλέπει ότι αυτό την συμφέρει επικοινωνιακά. Κανοντας ξεκάθαρα παράλληλα τα όρια της αντιπολίτευσης που θέλει να επιτρέψει να υπάρχουν. Τόσο από πλευράς πολιτικών κομμάτων και συνδικαλιστικών φορέων αλλά και από την κοινωνία την ίδια. Στην πράξη έχουμε μπροστά μας μια κατάσταση που τα όρια του δικαιώματος στην πολιτική δράση κρίνονται και αυξομειώνονται ανάλογα τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης, ενός υπουργού ή κάποιων αστυνομικών. Και η απόφαση αυτή προκύπτει φυσικά με πολιτικά κριτήρια από την δική τους πλευρά.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούν να εκφραστούν στην χώρα μας αντιδράσεις από τους κάτω που να έχουν αρκετή μαζικότητα ώστε να βάλουν φραγμό στα κυβερνητικά σχέδια. Αντίστοιχες με αυτές που γίνονται στην Γαλλία και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής αυτή την περίοδο. Από ότι φαίνεται το σύνθημα «θα λογαριαστούμε μετά» που εμφανίστηκε στην αρχή της πανδημίας είναι εκτός πολιτικής πραγματικότητας. Ακριβώς γιατί η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί την περίοδο της καραντίνας ώστε να καθιερώσει ένα νέο μοντέλο «αυταρχικού κράτους».

ergatiki_antipoliteusi

H Εργατική Αντιπολίτευση δρα, αγωνίζεται, μαθαίνει και ελπίζει στους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

fifteen − 2 =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.