Οικονομικοί αγώνες και κρίση, Ελλάδα 2008-2016

Η περίοδος από την έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 και τα χρόνια που ακολούθησαν στην Ελλάδα σημαδευτηκαν από μεγάλους λαϊκούς αγώνες που εκδήλωσαν την τεράστια δυσαρέσκεια για την κατακόρυφη πτώση του επιπέδου ζωής και την υποχώρηση των συλλογικών κατακτήσεων. Ορισμένοι πήραν αυθόρμητη-πρωτότυπη μορφή (π.χ. “Αγανακτισμένοι”) και φυσικά όπως γίνεται πάντα σε τέτοιου είδους αυθόρμητα από τα κάτω κινήματα συμμετείχαν οργανωμένες δυνάμεις όλου του πολιτικού φάσματος αλλά και μεγάλος αριθμός ανθρώπων που δεν είχαν συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό ή δεν ανήκαν σε κάποιο πολιτικό χώρο. Ένα άλλο μεγάλο μέρος αυτών των αγώνων όμως εκδηλώθηκε μέσα από τις οργανωμένες δομές του κινήματος. Δηλαδή κυρίως τα συνδικάτα των εργατοϋπαλλήλων αλλά και συσπειρώσεις/συλλόγους αγροτών, ΕΒΕ, φοιτητών κάποιες λαϊκές επιτροπες με εδαφική απεύθυνση που φιλοδοξούσαν να παίξουν τον ρόλο των πυρήνων κοινωνικών μετώπων ή του συντονιστή φορέων και κατοίκων της περιοχής τους. 

Διαδήλωση ενάντια στα μέτρα λιτότητας – Σύνταγμα Ιούνιος 2015

 

Εκεί πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι δυνάμεις της κομμουνιστικής/αντικαπιταλιστικής αριστεράς οι οποίες παραδοσιακά έχουν ισχυρή παρουσία σε τέτοιου είδους δομές. Παρόλα αυτά οι συγκεκριμένοι αγώνες λίγα καταφέραν την περίοδο που συζητάμε. Και αυτό δεν κρίνεται μόνο από την άποψη των κατακτήσεων/παροχών που αποσπάσανε. Κρίνεται και από την άποψη των βάσεων παρακαταθηκών που δημιούργησαν μέσα στο κίνημα. Αυτό εκφράζεται με τα σωματεία που φτιαχτηκαν σε χώρους που δεν υπήρχαν, από την συσπείρωση επιπλέον αριθμού εργαζομένων σε αυτά, από το ποσοστό των εργαζομένων που στηρίζουν τα αγωνιστικά-ταξικά ψηφοδέλτια στις εκλογές των σωματείων, από τις μάζες που κινητοποιούν οι αγωνιστικές δράσεις των σωματείων σε σύγκριση πάντα με την περίοδο προ κρίσης. Αν και είναι αλήθεια ότι κάποια επιπλέον σωματεία/φορείς συσπείρωσης έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια και ότι τα αγωνιστικά-ταξικά ψηφοδέλτια έχουν παρουσιάσει μια μικρή άνοδο αθροιστικά το τοπίο παρουσιάζει στασιμότητα από άποψη θέσεων και υποχώρηση από άποψη πραγματικής ενεργής συμμετοχής. 

 

 

Τι καλύτερο μπορούσε να γίνει όμως? Μήπως το τοπίο της οικονομικής κρίσης ήταν σε ένα βαθμό “στημένος αγώνας” για της μάχες των σωματείων στην Ελλάδα δεδομένου ότι δεν υπήρχε η θέληση από κάποιους και η δυνατότητα και θέληση από άλλους να γίνει πραγματική προσπάθεια να δοθεί μη ενσωματώσιμη πολιτική έκφραση στην αγανάκτηση των μαζών. Άρα η αντιπαράθεση θα δινόταν εκ των πραγμάτων αποκλειστικά στο πεδίο των οικονομικών αγώνων οι οποίοι σε συνθήκες διαρκούς πτώσης του ΑΕΠ, ραγδαίας αύξησης την ανεργίας, συνεχών απολύσεων και λουκέτων σε επιχειρήσεις ήταν πολύ δύσκολο να φέρουν αποτέλεσμα εκτός από μερικές εκλάμψεις. Επίσης το τοπίο σε επίπεδο συνδικαλιστικού κινήματος κάθε άλλο παρά ρόδινο ήταν και είναι. Η μεγάλη πλειοψηφία των εργατοϋπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα, ειδικά αυτοί με τις μικρότερες απολαβές και τις πιο επισφαλής σχέσεις εργασίας, είναι ανοργάνωτοι. Τα περισσότερα από τα δραστήρια συνδικάτα είναι κλαδικά ή ομοιοεπαγγελματικά που (με κάποιες εξαιρέσεις φυσικά) σημαίνει ότι πρόκειται για πλαδαρές δομές που πιο πολύ λειτουργούν ως εκλογικοί μηχανισμοί ανάδειξης μιας συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και διαμόρφωσης συσχετισμών στο εργατικό κίνημα. Έχουν όμως επιπλέον δυσκολία να κινητοποιούν τα μέλη τους που είναι διάσπαρτα σε πολλές μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις, χωρίς επιχειρησιακό σωματείο συνήθως, μέσα στα γεωγραφικά όρια ενός νομού. Πολύ συχνά μάλιστα υπάρχουν περισσότερα από ένα τέτοια σωματεία, κλαδικά και ομοιοεπαγγελματικά, που απευθύνονται στους ίδιους εργαζόμενους και έτσι αλληλοκαλύπτονται και εντείνουν τον κατακερματισμό. Τέλος ο εργοδοτικός κυβερνητικός συνδικαλισμός παρά τις έντονες συγκρούσεις και αγώνες ζει και βασιλεύει χωρίς να έχει χάσει τους συσχετισμούς παρά την κάποια υποχώρηση που έχει δει.

 

 

Από την άλλη οι δυνάμεις της κομμουνιστικής/αντικαπιταλιστικής αριστεράς μάλλον αντιλαμβάνονται την αντιπαράθεση στο συνδικαλιστικό κίνημα αποκλειστικά με διοικητικούς/οργανωτικούς όρους ευθείας σύγκρουσης με όλες τις άλλες παρατάξεις που είναι φιλοκυβερνητικές και κάποιες και φιλοεργοδοτικές. Όχι δηλαδή με πολιτικούς όρους ή τουλάχιστον όχι και με πολιτικούς όρους. Η αλήθεια είναι ότι είναι ένα πράγμα κάποια συνδικαλιστική παράταξη να κάνει χλιαρή κριτική στο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό και κάτι άλλο να βάζει εργοδότες μέσα στα σωματεία ή να δέχεται σωματεία που η εργοδοσία κατεβάζει τους εργαζόμενους να ψηφίσουν σε αυτά. Το δεύτερο φαινόμενο πρέπει να αποβληθεί και να σταματήσει πριν επεκταθεί, άρα εδώ ταιριάζουν και οι μέθοδοι ευθείας σύγκρουσης. Το πρώτο όμως μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με πολιτικούς όρους δηλαδή αποτελεσματικής πολιτική αντιπαράθεση με τις συγκεκριμένες δυνάμεις και πρωτοπόρα δράση ώστε να αποσπάσεις τους εργαζόμενους που τους στηρίζουν. Άρα για να αντιμετωπιστούν τα φιλοεργοδοτικά φαινόμενα θα έπρεπε να υπάρχει και μια μίνιμουμ πολιτική συμφωνία με άλλες συνδικαλιστικές δυνάμεις (Όποιες και όσες είναι αυτές) που επίσης είναι εναντίον τους ώστε να τους αποβάλεις, εκτός από τις ευθείες συγκρούσεις. Για να αντιμετωπίσεις πολιτικά τις συμβιβαστικές λογικές πρέπει να έχεις την κατεύθυνση πολιτικής συνεργασίας με συνδικαλιστικές δυνάμεις που επίσης βάζουν αγωνιστικό/ριζοσπαστικό προσανατολισμό όποιοι και αν είναι αυτοί. Να μην ιεραρχείς δηλαδή την ιδεολογική αντιπαράθεση μαζί τους και τον ενδοαριστερό εμφύλιο επειδή τους θεωρείς οπορτουνιστές, ρεφορμιστές, ενσωματωμένους ή να μπορείς να την κάνεις βάση αρχών και έχοντας την ικανότητα παράλληλα να δρας μαζί τους εκεί που πρέπει και μπορείς. Να στοχεύεις στην συγκρότηση προεδρείων στα όργανα του κινήματος με αγωνιστικό προσανατολισμό, όχι απλά να απέχεις από αυτά ή να συμμετέχεις για να καταγγέλεις τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Όλα αυτά όχι για τους “πολιτικούς αντιπάλους” σου, αλλά για τους εργάτες που τους υποστηρίζουν και έχουν αυταπάτες, που θες να τους κερδίσεις.

 

 

Επίσης θα έπρεπε να μπορούσε να υπάρχει μια μίνιμουμ “συνδικαλιστική ενότητα” που θα βοήθαγε την αποτελεσματικότητα των αγώνων, την συσπείρωση των εργαζομένων, την ενοτητα της εργατικής τάξης. Δηλαδή ότι έστω συμφωνούμε να βάζουμε απεργία την ίδια μέρα όλοι ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού ή και γιατί όχι να κατεβαίνουμε σε κοινή πορεία-συγκέντρωση όλοι στην οποία θα μπορούν να μιλήσουν οι εκπρόσωποι όλων των παρατάξεων της διοίκησης του εργατικού κέντρου της πόλης ή των δυνάμεων που δραστηριοποιούνται στο εργατικό κίνημα τοπικά (Εκτός από τους ακροδεξιούς φυσικά, αν υπάρχουν τέτοιοι). Άρα αν πιστεύεις ότι η πολιτική γραμμή σου είναι σωστότερη θα έχεις και την ευκαιρία να την εκθέσεις μπροστά και στους εργάτες που στηρίζουν τις άλλες παρατάξεις. Για κάποιο λόγο όμως τέτοια ζητήματα θεωρούνται ταμπού από τους περισσότερους αγωνιστές που προτιμούν τις δικές τους ξεχωριστές συγκεντρώσεις ως μέσο πολιτικής πίεσης.

 

 

Κριτήριο της πολιτικής είναι όμως τα γεγονότα και τα στοιχεία δεν μοιάζουν και πολύ ενθαρρυντικά. Μπορεί αυτός ο κατακερματισμός-πολυδιάσπαση να τραβήξει τον μέσο ασυνδικάλιστο εργατοϋπάλληλο που θέλει να κάνει το βήμα λόγω της κοινωνικής αδικίας που βιώνει, αλλά δεν έχει διαμορφωμένη ριζοσπαστική πολιτική αντίληψη; Μήπως βυθιζόμαστε ακόμα περισσότερο σε αυτοαναφορικές περιθωριακές συσπειρώσεις που διεξάγουν χαμηλής έντασης και συμμετοχής αγώνες που καμιά φορά μάλιστα πιο πολύ ακτιβιστικές δράσεις θυμίζουν παρά συλλογικές διεκδικήσεις; Ακόμα περισσότερο μπορούν να δημιουργήσουν έναν πραγματικό απειλητικό πόλο για τον ταξικό εχθρό; Φυσικά η ευθύνη εδώ δεν ανήκει μόνο στην κομμουνιστική/αντικαπιταλιστική αριστερά αλλά κυρίως στις φιλοκυβερνητικές παρατάξεις, ούτε έχουμε καμιά αυταπάτη ότι μια πολιτική δύναμη μπορεί να τα ελέγξει όλα. Ότι περνάνε όλα από τα χέρια της ή ότι έχουν όλες οι αγωνιστικές συσπειρώσεις το ίδιο μερίδιο ευθύνης. Από τον Παναγόπουλο όμως όπως και από τον επόμενο που θα πάρει την θέση του δεν περιμέναμε τίποτα καλύτερο και στο κάτω κάτω της γραφής αυτός την δουλειά του κάνει και τα συμφέροντα της εκάστοτε κυβέρνησης εξυπηρετεί. Το ερώτημα είναι οι ταξικές δυνάμεις πως μπορούν να τον αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά και αν η δράση που αναπτύσουν ανοίγει δρόμο προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα φέρνει και κάποια αποτελέσματα, αυξάνει τις δυνάμεις τους σε ποσοστά εκπροσώπησης στα όργανα και σε αριθμούς συμμετοχής στις δράσεις του κινήματος. Αν αντιμετωπίζει-περιορίζει τις παθογένειες και τα κακώς κείμενα. Με βάση αυτά κρίνονται όλοι και όχι με βάση την γνώμη που έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

 

Διαγράμματα 1 και 3:

Μετασχηματισμοί του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος από τη μεταπολίτευση μέχρι την κρίση: συνέχειες και ρήξεις, Γιώργος Μπιθυμήτρης και Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, 2018, τ. 44, Νο. 1, 99-122

Διάγραμμα 3.2, Πίνακας 3:

«Ταξική σύνθεση των συνδικάτων και προσδιοριστικοί παράγοντες της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα», Ζησιμόπουλος Ιωάννης, Πανεπιστήμιο Πατρών, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, 2018

ergatiki_antipoliteusi

H Εργατική Αντιπολίτευση δρα, αγωνίζεται, μαθαίνει και ελπίζει στους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

2 + nineteen =

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.